δακρυχέων

δακρυχέων
проливая слёзы

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "δακρυχέων" в других словарях:

  • δακρυχέων — bewail pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακρυχέοντα — δακρυχέων bewail pres part act neut nom/voc/acc pl δακρυχέων bewail pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακρυχεούσης — δακρυχέων bewail pres part act fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακρυχεούσῃ — δακρυχέων bewail pres part act fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακρυχέοντες — δακρυχέων bewail pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακρυχέοντι — δακρυχέων bewail pres part act masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακρυχέοντος — δακρυχέων bewail pres part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακρυχέουσα — δακρυχέων bewail pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακρυχέουσαι — δακρυχέων bewail pres part act fem nom/voc pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακρυχέουσαν — δακρυχέων bewail pres part act fem acc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έτυμος — η, ο (Α ἔτυμος, ον και ἔτυμος, ύμη, ον) το ουδ. ως ουσ. τὸ ἔτυμο(ν) η αρχική, η πρώτη σημασία τών λέξεων, όπως εξάγεται από την προέλευσή της, η ρίζα αρχ. αληθινός, πραγματικός, βέβαιος («ἔτυμος λόγος» αληθινή διήγηση, Στησίχ.) επίρρ... ἐτύμως… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»